Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Το Βασίλειο της Ταϊλάνδης

Το Βασίλειο της Ταϊλάνδης είναι μια χώρα στη Νοτιοανατολική Ασία, η οποία συνορεύει με το Λάος και την Καμπότζη στα ανατολικά, τον κόλπο της Ταϊλάνδης και τη Μαλαισία στα νότια, τη θάλασσα Ανταμάν και τη Βιρμανία στα δυτικά. Η Ταϊλάνδη είναι επίσης γνωστή ως Σιάμ, το όποιο ήταν το επίσημο όνομα της χώρας μέχρι τις 11 Μαΐου 1949. Η λέξη Τάι (ไทย, IPA:tʰai, προφ. θάι) σημαίνει "ελευθερία" στην Ταϊλανδική γλώσσα. Είναι επίσης το όνομα των Ταϊλανδών ανθρώπων – οδηγώντας ορισμένους κατοίκους και ιδιαίτερα την αρκετά μεγάλη κινεζική μειονότητα, να συνεχίζει να χρησιμοποιεί το όνομα Σιάμ. Η εθνική εορτή είναι τα γενέθλια του Βασιλιά, στις 5 Δεκεμβρίου.

Ιστορία

Ιστορικό πάρκο Σουκοτάι
Η προέλευση της Ταϊλάνδης είναι παραδοσιακά συνδεμένη με το βραχύβιο βασίλειο Σουκοτάι που ιδρύθηκε το 1238, μετά το οποίο το μεγαλύτερο βασίλειο Αγιουθάια ιδρύθηκε στα μέσα του 14ου αιώνα. Ο Ταϊλανδικός πολιτισμός επηρεάστηκε πολύ και από την Κίνα και από την Ινδία. Η επαφή με τις διάφορες ευρωπαϊκές δυνάμεις άρχισε στο 16ο αιώνα αλλά, παρά τη συνεχή πίεση, η Ταϊλάνδη είναι η μοναδική νοτιοανατολική ασιατική χώρα που δεν κατακτήθηκε από κάποια Ευρωπαϊκή δύναμη, εν τούτοις δυτική επιρροή, συμπεριλαμβανομένης της απειλής πολέμου, οδήγησε σε πολλές μεταρρυθμίσεις στο 19ο αιώνα και σημαντικές παραχωρήσεις στα βρετανικά εμπορικά ενδιαφέροντα (υπό αυτή την έννοια πολλοί ιστορικοί περιλαμβάνουν την Ταϊλάνδη στην "άτυπη Βρετανική Αυτοκρατορία").
Μια σχετικώς αναίμακτη επανάσταση το 1932 οδήγησε σε Συνταγματική Μοναρχία. Γνωστή προηγουμένως ως Σιάμ, η χώρα άλλαξε αρχικά το όνομά της σε Ταϊλάνδη το 1939, και οριστικά το 1949 μετά από επαναφορά του παλιού ύστερα από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια εκείνης της σύγκρουσης η Ταϊλάνδη ήταν σε μια χαλαρή συμμαχία με την Ιαπωνία και μετέπειτα έγινε σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ταϊλάνδη είδε έπειτα μια σειρά στρατιωτικών πραξικοπημάτων, αλλά προχώρησε προς τη δημοκρατία από τη δεκαετία του '80 κι έπειτα.
Το επίσημο ημερολόγιο στην Ταϊλάνδη είναι βασισμένο στη Βουδιστική Περίοδο, η όποια είναι 543 έτη μπροστά από το δυτικό ημερολόγιο. Παραδείγματος χάριν, το έτος 2000 μ.Χ. είναι ίσο με το έτος 2543 Β.Π.
Στις 26 Δεκεμβρίου 2004 η δυτική ακτή της Ταϊλάνδης καταστράφηκε από ένα τσουνάμι ύψους 10 μέτρων, μετά από το σεισμό του 2004 στον Ινδικό Ωκεανό, με απολογισμό περισσότερα από 5.000 θύματα στην Ταϊλάνδη, οι μισοί από τους οποίους ήταν τουρίστες.
Στις 19 Σεπτεμβρίου του 2006 εκδηλώθηκε νέο πραξικόπημα στην Ταϊλάνδη. Οι ένοπλες δυνάμεις ανέστειλαν το Σύνταγμα του 1997, διέλυσαν το κοινοβούλιο και το Συνταγματικό Δικαστήριο. Ο πρωθυπουργός Τακσίν Σιναουάτρα δήλωσε από τη Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν πως είναι «ήρεμος» και πρόσθεσε πως θεωρεί εαυτόν ως επικεφαλής της κυβέρνησης παρά το πραξικόπημα, καθαίρεσε τον αρχηγό του στρατού Σοντί Μπουνγιαρατκλίν και διέταξε τον στρατό να μην «κινείται παρανόμως» [4]

Διακυβέρνηση

Ο βασιλιάς έχει λίγη άμεση δύναμη σύμφωνα με το Σύνταγμα αλλά είναι ο προστάτης του ταϊλανδικού βουδισμού και ένα σύμβολο της εθνικής ταυτότητας και ενότητας. Ο σημερινός μονάρχης είναι δημοφιλής και απολαμβάνει το σεβασμό, ο οποίος έχει χρησιμοποιηθεί για να επιλύσει πολιτικές κρίσεις. Ο επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος διορίζεται από το βασιλιά από μεταξύ των μελών του Κοινοβουλίου (Οίκου των Αντιπροσώπων), συνήθως τον ηγέτη του κόμματος που μπορεί να οργανώσει μια κυβέρνηση συνασπισμού πλειοψηφίας.
Το διθάλαμο ταϊλανδικό Κοινοβούλιο είναι η Εθνική Συνέλευση ή Ραθασάφα - รัฐสภา, το οποίο αποτελείται από έναν Οίκο των Αντιπροσώπων (το Σάφα Φουθαέν Ράτσαντον - สภาผู้แทนราษฎร) 500 καθισμάτων και μιας Συγκλήτου (τη Γουθισάφα - วุฒิสภา) 200 καθισμάτων. Τα μέλη και των δύο σωμάτων εκλέγονται με ψηφοφορία. Τα μέλη του Οίκου των Αντιπροσώπων υπηρετούν τετραετείς θητείες, ενώ οι γερουσιαστές υπηρετούν εξαετείς θητείες. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική.
Το υψηλότερο δικαστικό σώμα είναι το ανώτατο δικαστήριο ή Σάντικα - ศาลฎีกา, του οποίου οι δικαστές διορίζονται από το μονάρχη. Η Ταϊλάνδη είναι ενεργό μέλος της περιφερειακής Ένωσης των Χωρών Νοτιοανατολικής Ασίας (Association of Southeast Asian Nations).
Στις 17 Σεπτεμβρίου του 2008 διορίστηκε νέος πρωθυπουργός ο γαμπρός του έκπτωτου πρωθυπουργού, Τακσίν Σιναγουάτρα, Σομτσάι Ουονγκσαουάτ. Ο πολιτικός εξελέγη με 298 ψήφους υπέρ και 163 κατά.[5]
Στις 7 Οκτωβρίου του 2008 διαδηλωτές επεχείρησαν να κρατήσουν ομήρους 320 βουλευτές και γερουσιαστές εντός του κτηρίου του κοινοβουλίου, διακόπτοντας την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και ανάγκασαν τον Ουονγκσαουάτ να φύγει κάνοντας άλμα από πίσω φράκτη. Η καθιστική διαμαρτυρία και η πολιορκία της περιοχής διήρκεσαν 6 εβδομάδες. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μεταφερθεί στο χώρο του πρώην διεθνούς αεροδρομίου. Τελικά, η αστυνομία κατέστειλε τη διαδήλωση διά της βίας, με αποτέλεσμα εκατοντάδες τραυματισμούς και έναν διαδηλωτή νεκρό.[6][7]
Στις 29 Σεπτεμβρίου η εκλογική επιτροπή της Ταϊλάνδης ανακοίνωσε ότι μια υποεπιτροπή θα εξέταζε τον Σομτσάι - σε χρονικό περιθώριο 30 ημερών- για πιθανή παραβίαση του Συντάγματος με το να έχει μετοχές στη CS LoxInfo PCL, έναν πάροχο Διαδικτύου στη χώρα του. Με βάση το Σύνταγμα ο Σομτσάι έπρεπε να παραιτηθεί, επειδή είχε αυτές τις μετοχές.[8][9][10]
Στις 17 Οκτωβρίου η επιτροπή εναντίον της διαφθοράς καταδίκασε τον πρωθυπουργό για παραμέληση των καθηκόντων του. Το Νοέμβριο η Αντιπολίτευση κλιμάκωσε τις κινητοποιήσεις της, που έφτασαν μέχρι την κατάληψη αεροδρομίων. Στις 2 Δεκεμβρίου του 2008 το Συνταγματικό Δικαστήριο τον εμπόδισε από το να μετέχει στα πολιτικά για τουλάχιστον 5 χρόνια[11]. Έτσι, ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε. Προσωρινός αντικαταστάτης του Ουονγκσαουάτ έγινε ο Τσοβαράτ Τσανουιράκουλ. Το Κοινοβούλιο όρισε αρχικά την 8η Δεκεμβρίου ως ημέρα για την εκλογή νέου πρωθυπουργού, στις 4 Δεκεμβρίου όμως η σχετική έκτακτη συνεδρίαση του σώματος ακυρώθηκε. [12].Στις 15 Δεκεμβρίου του 2008 διορίστηκε νέος πρωθυπουργός μετά την εκλογή του από την Κάτω Βουλή ο Αμπχισίτ Βετζάτζιβα.[13]
Στις ενδιάμεσες εκλογές που διεξήχθησαν στις 11 Ιανουαρίου του 2009 βγήκε ενισχυμένη η συμμαχία του πρωθυπουργού, καθώς οι έδρες αυξήθηκαν σε 48 (συνολικά η συμμαχία κέρδισε 20 έδρες στις μερικές εκλογές). Οι εκλογές έγιναν για την πλήρωση των εδρών 29 βουλευτών, των οποίων αφαιρέθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα για μία πενταετία έπειτα από δικαστική απόφαση στις 2 Δεκεμβρίου του 2008 με την οποία διαλύθηκε το πρώην κυβερνητικό Κόμμα της Λαϊκής Εξουσίας (ΡΡΡ) για καλπονοθεία[14].

Σύνταγμα

Το ισχύον Σύνταγμα εγκρίθηκε από τους ψηφοφόρους με 57,8% υπέρ σε δημοψήφισμα στις 19 Αυγούστου του 2007. Το προηγούμενο Σύνταγμα ήταν προσωρινό και είχε ανακοινωθεί το 2006.

 Εκλογές

  Γερουσία 2008

Οι εκλογές για την ανάδειξη των μελών της Γερουσίας διεξήχθησαν στις 2 Μαρτίου του 2008 υπό το νέο Σύνταγμα του 2007. Η συμμετοχή στις εκλογές έφτασε το 56%.[15] Τα αποτελέσματα αναμένονται στις 9 Μαρτίου 2008.[16]
Εξελέγησαν 76 υποψήφιοι ένας για κάθε επαρχία, ενώ 74 γερουσιαστές διορίζονται από ειδική επιτροπή επιλογής με επικεφαλής τον Πρόεδρο του Συνταγματικού Δικαστηρίου Βιράτ Λιμβιτσάι. Η θητεία των γερουσιαστών είναι εξαετής. Οι διορισμένοι γερουσιαστές είναι προσκείμενοι στην απερχόμενη στρατιωτική κυβέρνηση κατά μεγάλη πλειοψηφία. Στις 13 Μαρτίου του 2008 εξελέγη Πρόεδρος της Γερουσίας ο Prasopsuk Boondej, με 78 ψήφους έναντι 45 για τον κύριο αντίπαλό του, Thaweesak Khidbanchong.[17

Επαρχίες

Η Ταϊλάνδη διαιρείται σε 75 επαρχίες (Τσάνγουατ, ενικός και πληθυντικός), οι οποίες ομαδοποιούνται σε 5 ομάδες επαρχιών και την Μπανγκόκ ως πρωτεύουσα. Κάθε επαρχία διαιρείται σε μικρότερες περιοχές - από το 2000 υπάρχουν 795 περιοχές, 81 υπο-περιοχές και 50 περιοχές της Μπανγκόκ. Εντούτοις, μερικά μέρη των επαρχιών που οριοθετούν την Μπανγκόκ αναφέρονται ως ευρύτερη Μπανγκόκ. Αυτές οι επαρχίες περιλαμβάνουν το Νονθάμπουρι, το Πάθουμ Θάνι, το Σαμούτ Πράκαν, το Νάνκον Πάθομ και το Σάμουτ Σάκον. Το όνομα κάθε κύριας πόλης είναι το ίδιο με αυτό της επαρχίας. Οι 75 επαρχίες είναι οι εξής:

  Βόρεια

Τσιάνγκ Μάι, Τσιάνγκ Ράι, Καμφάενγκ Φετ, Λαμπάνγκ, Λαμπούν, Μάι Χονγκ Σον, ΝάκονΣαγουάν, Ναν, Φαγιάο, Φέτσαμπαν, Πίκιτ, Πίτσανουλοκ, Φράι, Σούκοθαι, Τακ, Ουθάι Θάνι, Ουτάραντιτ.

  Ανατολική

Τσάτσοενγκσαο, Τσάνθαμπερι, Τσόνμπερι, Πράτσινμπερι, Ρεγιόνγκ, Σα Καέο, Τρατ.

  Νότια

Τσούμφον, Κράμπι, Νάκον Σι Θαμμαράτ, Ναραθιγουάτ, Πατάνι, Φανγκ Ενγκά, Παθαλούνγκ, Πουκέτ, Ρανόνγκ, Σάτουν, Σόνγκλα, Σούρατ Θάνι, Τρανγκ, Γιάλα.

 Βορειοανατολική

Άμνατ Τσάροεν, Μπούρι Ραμ, Τσαιγιαπούμ, Καλάσιν, Κον Καέν, Λόεϊ, Μάχα Σάρακαμ, Μουκνταχάν, Νάνκον Πάθομ, Νάνκον Ρατσάσιμα, Νόνγκ Μποάα Λάμπου, Νόνγκ Χάι, Ρόι Ετ, Σάκον Νάνκον, Σι Σα Κετ, Σουρίν, Ούμπον Ρατσαθάνι, Ούντον Θάνι, Γιάσοθον.

  Κεντρική

Ανγκ Θονγκ, Phra Νάνκον Σι Αγιουθάγια, Μπανγκόκ(Κρούνγκ Θέπ Μάχα Νάνκον), Τσάι Νατ, Καντσάναμπερι, Λόπμπερι, Νάνκον Νεϊγιόκ, Νάνκον Πάθομ, Νόνθαμπερι, Πάθομ Θάνι, Πέτσαμπερι, Πράτσουατ Κίρι Χαν, Ράτσαμπερι, Σάμουτ Πράκαν, Σάμουτ Σάκον, Σάμουτ Σόνγκραμ, Σάραμπερι, Σίνγκμπερι, Σούφανμπερι.
 

Οικονομία

Μετά από παρουσία του υψηλότερου ποσοστού αύξησης παγκοσμίως από το 1985 ως το 1995 - κατά μέσο όρο σχεδόν 9% ετησίως - αυξημένη πίεση στο νόμισμα της Ταϊλάνδης, το μπαχτ, το 1997 οδήγησε σε μια κρίση που αποκάλυψε τις αδυναμίες οικονομικού τομέα και ανάγκασε την κυβέρνηση να υποτιμήσει το νόμισμα. Πολύ σταθερό σε 25 προς 1 δολλάριο ΗΠΑ, το μπαχτ έφθασε στο χαμηλότερο σημείο του 56 προς 1 δολλάριο ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 1998 και η οικονομία που συμβλήθηκε κατά 10,2% το ίδιο έτος. Η κρίση επεκτάθηκε στην Ασιατική οικονομική κρίση. Η Ταϊλάνδη εισήχθηκε σε στάδιο αποκατάστασης το 1999, η επεκτάθηκε οικονομικά κατά 4,2% και αύξήσε την οικονομία της 4,4% το 2000, κατά ένα μεγάλο μέρος λόγω των αυξημένων εξαγωγών - που αυξήθηκαν περίπου κατά 20% το 2000. Η αύξηση μετριάστηκε με τη χαλάρωση της σφαιρικής οικονομίας το 2001, αλλά βελτιώθηκε στα επόμενα έτη λόγω της ισχυρής ανάπτυξης της Κίνας και τα διάφορα εσωτερικά προγράμματα υποκίνησης σε συνδιασμό με τις πολιτικές που προωθούνται από τον Πρωθυπουργό Θάκσιν Σιναγουάτρα. Η αύξηση το 2003 υπολογίζεται να είναι περίπου 6,3%, και κατά 8% και 10% το 2004 και το 2005. Η χώρα παράγει, από γεωργικής πλευράς, ρύζι, αραβόσιτο, ταπιόκα, ζαχαροκάλαμο, ελαστικό κόμμι, σόγια και καρύδες. Η βιομηχανία είναι αρκετά αναπτυγμένη. Κατασκευάζονται υφάσματα και είδη ένδυσης, τσιμέντο, ηλεκτρικές συσκευές και εξαρτήματα υπολογιστών, ολοκληρωμένα κυκλώματα, είδη επίπλωσης, πλαστικά, αυτοκίνητα και ανταλλακτικά, ενώ από πλευράς μεταποιητικής βιομηχανίας υπάρχουν εργοστάσια επεξεργασίας τροφίμων, ποτών και καπνού. Αξιόλογος είναι, επίσης, και ο ορυκτός πλούτος της χώρας: Είναι δεύτερη στην παγκόσμια παραγωγή βολφραμίου και τρίτη στην παραγωγή κασσιτέρου, ενώ υπάρχουν πολύτιμοι και ημιπολύτιμοι λίθοι Ο τουρισμός συμβάλλει σημαντικά στην Ταϊλανδική οικονομία, και η βιομηχανία έχει ωφεληθεί από την υποτίμηση του Ταϊλανδικού μπαχτ και τη σταθερότητα της Ταϊλάνδης. Οι αφίξεις τουριστών το 2002 (10,9 εκατομμύρια) απεικόνισαν μια αύξηση 7,3% από το προηγούμενο έτος (10,1 εκατομμύρια).

  Δημογραφία

Ο πληθυσμός της Ταϊλάνδης (1961-2003). Πηγή : FAOSTAT, 2005. Πληθυσμός σε χιλιάδες.
Στον πληθυσμό της Ταϊλάνδης επικρατούν οι φυλές Τάι και Λάο, η τελευταία συγκεντρώθηκε στη βορειοανατολική περιοχή του Άισαν και αποτελεί περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού. Υπάρχει επίσης μια μεγάλη κοινότητα των ταϊλανδών κινέζων, που έχουν διαδραματίσει ιστορικά έναν δυσανάλογα σημαντικό ρόλο στην οικονομία. Η Chinatown της Μπανγκόκ βρίσκεται στο δρόμο Γιάογουαρατ (Yaowarat). Αλλες εθνικές ομάδες περιλαμβάνουν τους Μαλαισιανούς στο νότο, τους Μον, τους Χμερ και διάφορες άλλες γηγενείς φυλές που ζουν στους λόφους. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (2000) το 94,6% Ταϊλανδών είναι Βουδιστές της παράδοσης Θεραβάντα. Μουσουλμάνοι είναι η δεύτερη θρησκευτική ομάδα στην Ταϊλάνδη κατά 4,6%. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι Μαλαισιανοί και είναι συγκεντρομένοι κυρίως στο νότο, όπου διαμορφώνουν μια ισχυρή πλειοψηφία σε τέσσερις επαρχίες. Χριστιανοί, κυρίως Καθολικοί, αντιπροσωπεύουν το 0,75% του πληθυσμού. Μια μικροσκοπική αλλά επιδρούσα κοινότητα Σιχ και κάποιοι Ινδουιστές επίσης ζουν στις πόλεις της χώρας. Η Ταϊλανδική γλώσσα είναι εθνική γλώσσα της Ταϊλάνδης, γραπτή στο αλφάβητό της, αλλά πολλές εθνικές και περιφερειακές διάλεκτοι υπάρχουν επίσης στις περιοχές όπου οι άνθρωποι μιλούν κυρίως Άισαν ή Χμερ. Αν και τα αγγλικά διδάσκονται ευρέως στα σχολεία, η ικανότητα είναι χαμηλή. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2009 τα 73,1 χρόνια (70,77 χρόνια οι άνδρες και 75,55 οι γυναίκες).[2]

  Μεταφορές

Δρόμος στη Μπανγκόκ
Το 2008 λειτουργούσαν στο κράτος 108 αεροδρόμια και 3 ελικοδρόμια. Ο εμπορικός στόλος περιλαμβάνει 398 πλοία. Το οδικό δίκτυο καλύπτει (2006) περισσότερα από 180.000 χλμ. Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά. Η Μπανγκόκ είναι η μοναδική πόλη της Ταϊλάνδης που διαθέτει μετρό. Γενικά οι μεταφορές στη Ταϊλάνδη χαρακτηρίζονται χαοτικές χωρίς να επικρατεί κάποιο μέσο μεταφοράς. Ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι και η χρήση δικύκλων, μοτοσυκλετών αλλά και ποδηλάτων.

  Πολιτισμός

Το Μουάι Τάι ή Ταϊλανδική πυγμαχία, είναι το εθνικό άθλημα στην Ταϊλάνδη
Το Μουάι Τάι ή Ταϊλανδική πυγμαχία, είναι το εθνικό άθλημα στην Ταϊλάνδη και η εγγενής πολεμική τέχνη. Έγινε δημοφιλές σε όλο τον κόσμο στη δεκαετία του '90. Παρόμοιες μορφές πολεμικής τέχνης υπάρχουν σε άλλες νοτιοανατολικές ασιατικές χώρες. Ο τυποποιημένος χαιρετισμός στην Ταϊλάνδη είναι μια χειρονομία που θυμίζει στάση προσευχής, αποκαλούμενη γουάι (wai). Στα ταμπού περιλαμβάνονται το άγγιγμα του κεφαλιού ή η υπόδειξη με τα πόδια, δεδομένου ότι το κεφάλι θεωρείται το υψηλότερο και το πόδι το χαμηλότερο μέρος του σώματος. Το να περπατά κανείς πάνω από κάποιον ή πάνω από τρόφιμα, θεωρείται προσβολή. Τα βιβλία και άλλα έγγραφα θεωρούνται τα πιο σεβαστά υλικά αντικείμενα - επομένως κάποιος δεν πρέπει να σπρώξει ένα βιβλίο (για να το δώσει) πάνω σε ένα τραπέζι ή να το αφήσει στο πάτωμα. Η Ταϊλάνδη είναι μια Συνταγματική Μοναρχία και ο βασιλιάς είναι εξαιρετικά αξιοσέβαστος. Είναι παράνομο να προσβληθεί η βασιλική οικογένεια. Η Ταϊλανδική κουζίνα συνδυάζει πέντε θεμελιώδεις προτιμήσεις: γλυκό, πικάντικο, ξινό, πικρό και αλμυρό.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου